MONEY IS MONEY

Απέτυχαν τα διεθνή οικονομικά μοντέλα

Απέτυχαν τα διεθνή οικονομικά μοντέλα

Γιατί απέτυχαν τα διεθνή οικονομικά μοντέλα

«Γιατί δεν είδε κανείς την κρίση να έρχεται;» ρώτησε η Βασίλισσα Ελισάβετ Β’ τους οικονομολόγους σε επίσκεψή της στο London School of Economics στα τέλη του 2008. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η επανειλημμένη αποτυχία των οικονομολόγων να προβλέψουν το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης θα είχε προκαλέσει ένα παρόμοιο ερώτημα από τη βασίλισσα: Γιατί τέτοια υπερεκτίμηση των προοπτικών ανάκαμψης;

Ας δούμε τα γεγονότα. Στις προβλέψεις του 2011, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμούσε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμούς 2,1% το 2012. Στην πραγματικότητα θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα συρρικνωθεί φέτος κατά 0,2%. Στη Βρετανία, το 2010 το Γραφείο Ευθύνης του Προϋπολογισμού (OBR) προέβλεπε ανάπτυξη 2,6% το 2011 και 2,8% το 2012. Στην πραγματικότητα η βρετανική οικονομία αναπτύχθηκε 0,9% το 2011, ενώ το ΑΕΠ της παρέμεινε στάσιμο το 2012.

Η τελευταία εκτίμηση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης το 2012 είναι 2,3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από εκείνη του 2010.

Ομοίως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει σήμερα ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα είναι 7,8% μικρότερη το 2015, από ό,τι υπολόγιζε πριν από δύο χρόνια. Ορισμένοι οργανισμοί είναι πιο απαισιόδοξοι από άλλους, αλλά κανείς δεν ήταν αρκετά απαισιόδοξος.

Οι οικονομικές προβλέψεις είναι αναγκαστικά ανακριβείς: δεν είναι δυνατόν να προβλέψει κανείς όλα όσα θα συμβούν. Επομένως το να εμπιστευθεί κανείς την κρίση του ή να κάνει υποθέσεις είναι αναπόφευκτα μέρος των «επιστημονικών» οικονομικών προβλέψεων.

Aλλο είναι όμως η ανακρίβεια και άλλο η συστηματική υπερεκτίμηση της οικονομικής ανάκαμψης στην Ευρώπη. Πράγματι, τα στοιχεία έχουν επανειλημμένα αναθεωρηθεί, ακόμη και σε πολύ σύντομες χρονικές περιόδους, γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των οικονομικών μοντέλων, που χρησιμοποιούνται. Τα μοντέλα αυτά, και οι οργανισμοί, που τα χρησιμοποιούν, βασίζονται σε μία ενσωματωμένη θεωρία για την οικονομία, η οποία τους επιτρέπει να «υποθέτουν» συγκεκριμένες σχέσεις. Σε αυτές τις υποθέσεις βρίσκεται προφανώς η πηγή των σφαλμάτων.

Δύο βασικά λάθη ξεχωρίζουν. Τα μοντέλα, που χρησιμοποιούνται από όλους τους οργανισμούς αρμόδιους για οικονομικές προβλέψεις, υποτιμούν δραματικά το δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή: την επίδραση της μεταβολής των δημοσίων δαπανών στο εγχώριο προϊόν. Δεύτερον, υπερτιμούν την έκταση στην οποία τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης των νομισματικών αρχών- δηλαδή το να τυπώνει κανείς χρήμα- θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη «σφιχτή» δημοσιονομική πολιτική.

Έως πρόσφατα το OBR, σε ευθυγράμμιση με το ΔΝΤ, υπέθετε έναν δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή 0,6: για κάθε δολάριο, που, κόβεται από τις δημόσιες δαπάνες, η οικονομία θα συρρικνώνεται μόλις 60 σεντ. Αυτό στηρίζεται στη «Ρικαρδιανή Ισορροπία»: δαπάνες χρηματοδοτούμενες με χρέος συμπιέζουν τις ιδιωτικές δαπάνες μέσω των επιπτώσεών τους στις προσδοκίες και το κλίμα. Εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αναμένουν αύξηση φόρων στο μέλλον, ως αποτέλεσμα του σημερινού δανεισμού της κυβέρνησης, θα περιορίσουν την κατανάλωσή τους και τις επενδύσεις αναλόγως.

Βάσει της άποψης αυτής, εάν η λιτότητα απαλλάσσει τα νοικοκυριά από το βάρος μελλοντικών αυξήσεων της φορολογίας, θα αυξήσουν τις δαπάνες τους. Αυτό θα μπορούσε να αληθεύει σε ένα καθεστώς πλήρους απασχόλησης- στο οποίο το κράτος και η αγορά ανταγωνίζονται για κάθε πόρο. Όταν, όμως, υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στην οικονομία, οι πόροι, που «απελευθερώνονται» από την περιστολή των δημοσίων δαπανών, απλώς πάνε χαμένοι.

Οι οργανισμοί έχουν αρχίσει επιτέλους να παραδέχονται ότι είχαν υποτιμήσει το δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Το OBR, επανεξετάζοντας τα πρόσφατα λάθη του, αποδέχθηκε ότι ο πολλαπλασιαστής για τη διετία 2011-12 θα έπρεπε να είναι κατά μέσο όρο 1,3 (υπερδιπλάσιος της επίσημης εκτίμησης) για να εξηγήσει πλήρως τα αδύναμα επίπεδα του ΑΕΠ.

Το ΔΝΤ έχει παραδεχθεί ότι οι «πολλαπλασιαστές» κινούνταν στην πραγματικότητα μεταξύ 0,9 και 1,7 από την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης έως σήμερα. Το αποτέλεσμα της υποτίμησης του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή ήταν η συστηματικά εσφαλμένη εκτίμηση της ζημιάς, που προκαλεί στην οικονομία η λεγόμενη «δημοσιονομική προσαρμογή».

Αυτό μας οδηγεί σε δεύτερο σφάλμα. Οι οικονομολόγοι υπέθεταν ότι η επεκτατική νομισματική πολιτική θα λειτουργήσει ως αποτελεσματικό αντίδοτο στην αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Η Τράπεζα της Αγγλίας ήλπιζε ότι ρίχνοντας στην αγορά 375 δισ. στερλίνες, θα τόνωνε τις συνολικές δαπάνες κατά 50 δισ. στερλίνες ή 3% του ΑΕΠ.

Οι διαδοχικοί γύροι ποσοτικής χαλάρωσης στη Βρετανία και τις ΗΠΑ κατέδειξαν, ωστόσο, ότι παρόλο που μείωσε τα επιτόκια των ομολόγων, το περίσσιο χρήμα παρέμεινε εν πολλοίς εντός του τραπεζικού συστήματος και δεν έφτασε ποτέ στην πραγματική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα ήταν, κυρίως, έλλειψη της ζήτησης για πιστώσεις- δηλαδή επιφυλακτικότητα εκ μέρους των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών να δανειστούν με οιουσδήποτε όρους σε μία πιεσμένη αγορά.

Τα δύο αυτά λάθη αλληλοδιογκώνονταν: Εάν η αρνητική επίπτωση της λιτότητας στην οικονομική ανάπτυξη είναι μεγαλύτερη από ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί και η θετική επίδραση της ποσοτικής χαλάρωσης πιο αδύναμη, τότε ο συνδυασμός πολιτικής, που προκρίνουν σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι εντελώς λάθος. Υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια για δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της ανάπτυξης και πολύ μικρότερα για μέτρα στήριξης μέσω της νομισματικής πολιτικής.

Όλα αυτά είναι εν πολλοίς τεχνικά ζητήματα, αλλά έχουν μεγάλη σημασία για την ευημερία των πληθυσμών. Όλα αυτά τα μοντέλα υποθέτουν ότι οι υφιστάμενες πολιτικές φέρνουν αποτελέσματα. Η συστηματική υπεραισιοδοξία για την επίδραση των πολιτικών αυτών στην οικονομική ανάπτυξη επικυρώνει την προώθησή τους και επιτρέπει στις κυβερνήσεις να ισχυρίζονται ότι οι συνταγές τους «αποδίδουν», όταν είναι προφανές πως αυτό δεν συμβαίνει.

Πρόκειται για ωμή εξαπάτηση.

Πριν καταφέρουν να κάνουν κάποιο καλό, οι οικονομολόγοι θα πρέπει να επιστρέψουν στο αρχικό τους πλάνο και να αναρωτηθούν εάν οι οικονομικές θεωρίες, που στηρίζουν αυτά τα μοντέλα, είναι οι σωστές.

ROBERT SKIDELSKY Project Syndicate, 2012.