ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ανάπτυξη χωρίς εξωστρέφεια;

Ανάπτυξη χωρίς εξωστρέφεια;

Γιατί δεν θα δούμε ποτέ ανάπτυξη χωρίς εξωστρέφεια

Το θέμα για τη χώρα δεν είναι να της χαρίζουν οι δανειστές κομμάτι από τα χρέη, αλλά να μπορεί να παράγει επαρκή πλούτο προς δανεισμό. Να σπάσει η οικονομία τα δεσμά της διαπλοκής. Με ποιον τρόπο θα μειωθεί η ανεργία. Γράφει ο Αθ. Παπανδρόπουλος.

Ο αείμνηστος φιλόσοφος-οικονομολόγος Λούντβιχ φον Μίζες, στο μνημειώδες έργο του «Η Ανθρώπινη Δράση» (Human Action) -το οποίο, βέβαια, δεν κρίθηκε ποτέ τόσο σημαντικό για να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα- τόνιζε ότι «δεν αρκεί να δίνει κανείς ψάρια σε κάποιον που πεινά, προέχει να του μάθει να ψαρεύει».

Παραφράζοντας λοιπόν, θα λέγαμε ότι σε μία χώρα της οποίας η οικονομία στηρίζεται στη κατανάλωση, το να της χαρίζει κανείς καταναλωτικά χρέη είναι δώρον άδωρον. Θα πρέπει να της μάθει να παράγει και να πουλάει την παραγωγή της.

Κάτι παρεμφερές έλεγε, απ’ ό,τι γνωρίζουμε, η κυρία Άγκελα Μέρκελ σε Έλληνες επιχειρηματίες τον Απρίλιο που πέρασε. Σε συζήτηση που είχε μαζί τους, η Γερμανίδα καγκελάριος έκανε σε κάποιον από τους συνομιλητές της μία ολιγόλογη παρατήρηση με μεγάλη σημασία: «Το θέμα με τις επενδύσεις και την ανάπτυξη είναι να γίνουν γνωστά αυτά που παράγετε».

Η φράση της αυτή συμπυκνώνει, δυστυχώς, μία δραματική ελληνική πραγματικότητα: αυτήν που οικονομολόγοι όπως ο καθηγητής Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), ο δρ Κώστας Μητρόπουλος, εντεταλμένος σύμβουλος της PWC, ο κ. Μιχ. Μασουράκης, υπεύθυνος μελετών της Alpha Bank ΑΛΦΑ +1,16%, ο κ. Νίκος Καραγεωργίου, πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Βιομηχανικών Επωνύμων Προϊόντων (ΕΣΒΕΠ) και οι Δημήτρης και Χρήστος Ιωάννου περιγράφουν με ξεκάθαρη αντίληψη της πραγματικότητας και χωρίς υπερβολικές κορόνες αισιοδοξίας.

Τι μας λένε λοιπόν οι παραπάνω ειδικοί;

Επισημαίνουν με έμφαση ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σημαντικό πρόβλημα εξωστρέφειας, το οποίο σήμερα συνοδεύεται από σοβαρότατο επενδυτικό κενό. Οι δύο αυτοί παράγοντες τροφοδοτούν την ανεργία, η οποία έχει εντελώς αφύσικο χαρακτήρα διότι η ελληνική οικονομία για μια μακρά περίοδο στηριζόταν στη δημιουργία πλασματικού κύκλου εργασιών για τις επιχειρήσεις και μη παραγωγικών θέσεων εργασίας στο Δημόσιο. Παράλληλα, μεγάλο μέρος της ζήτησης στηριζόταν στην ύπαρξη μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η συσσώρευση των οποίων οδήγησε τη χώρα και στη δραματική κατάσταση της τελευταίας πενταετίας.

Στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας, ο καθηγητής Νίκος Βέττας, μιλώντας πρόσφατα σε εκδήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΙΟΒΕ και της Ναυτεμπορικής, ναι μεν θεώρησε πολύ θετική τη δημοσιονομική προσαρμογή που με θυσίες έχει επιτευχθεί στην ελληνική οικονομία, πλην όμως έθεσε σοβαρούς προβληματισμούς αναφερόμενος στην εντυπωσιακή καθίζηση της ζήτησης και στην αφύσικη άνοδο της ανεργίας, που σε ποσοστιαία βάση είναι ίση με την πτώση του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ).

Έτσι, με 40% κάμψη της ζήτησης, 21% άνοδο της ανεργίας και 20% πτώση του ΑΕΠ, είναι σαφές ότι οι δομικές στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας είναι σοβαρότατες και επικίνδυνες. Ακόμα, όταν οι επενδύσεις, από 25% του ΑΠΕ το 2008, έχουν πέσει λίγο πάνω από 11% σήμερα, γίνεται ηλίου φαεινότερον ότι, όπως επεσήμανε και ο δρ Κώστας Μητρόπουλος, η χώρα αντιμετωπίζει δραματικό επενδυτικό κενό, το οποίο θα οξύνεται όσο υφίσταται η ανεργία.

Εξάλλου, με βάση τη γνωστή από το 1962 θεωρία του Α. Οκούν στις ΗΠΑ, η σχέση της κατά 20% πτώσεως του ΑΕΠ με αντίστοιχο ποσοστό ανόδου της ανεργίας είναι αφύσικη και θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί σε αμιγώς τριτοκοσμικές χώρες. Κατά τον Αμερικανό οικονομολόγο, συνήθως μία μεταβολή της ανεργίας σε ποσοστό 1% αντιστοιχεί σε αντίστοιχη μεταβολή του ΑΕΠ 2%. Ειδικά δε στις ΗΠΑ, έγραφε ο Α. Οκούν, για να υπάρξει 1% αύξηση της απασχολήσεως θα πρέπει το ΑΕΠ να ανέβει κατά 3% περίπου.

Όλα αυτά μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα κρατισμός, διαπλοκή και παρασιτισμός είχαν οδηγήσει σε μία αντιπαραγωγική και εσωστρεφή ανάπτυξη πριν από την κρίση, με υπερδιόγκωση, όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι Δημήτρης και Χρήστος Α. Ιωάννου, του τομέα των «διεθνώς μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών της οικονομίας», ο οποίος είναι μεν τομέας «εντάσεως εργασίας», αλλά διαχρονικώς επίπεδης παραγωγικότητας.

Υπό αυτές τις διαρθρωτικές συνθήκες, υποστηρίζουν οι δύο έγκριτοι οικονομολόγοι, και συμφωνούμε μαζί τους, η ραγδαία κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας μετά το 2009 οφείλεται στη δυσμενή τιμή που είχε ο συντελεστής του Οκούν σε όλη την προηγούμενη περίοδο -δηλαδή στο ότι οι νέες θέσεις εργασίας, επισφαλείς και χαμηλής παραγωγικότητας ως επί το πλείστον, «αγοράζονταν» από την οικονομία εξαιρετικά «ακριβά» (και με δανεικό, φυσικά, χρήμα). Δεν οφείλεται ούτε στο μνημόνιο, όπως υποστηρίζουν οι δημαγωγοί, ούτε στους υψηλούς «πολλαπλασιαστές», όπως ισχυρίζονται εκείνοι που, τελείως λανθασμένα, θεωρούν την οικονομία ένα απλό «υδραυλικό σύστημα».

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι, προκειμένου να μειωθεί και πάλι η ανεργία στα επίπεδα του 2008, δηλαδή κατά 20% η ελληνική οικονομία θα πρέπει να αναπτυχθεί με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητος -πράγμα που σημαίνει ότι είναι αναπότρεπτα αναγκασμένη να λειτουργήσει (τουλάχιστον) με αναλογία αύξησης του ΑΕΠ κατά 2%, προκειμένου να μειώνεται η ανεργία κατά 1%. Και τούτο διότι η εν λόγω ανάπτυξη, με «περιορισμένη», αλλά όχι «μηδενική» απασχόληση μπορεί να προέλθει αποκλειστικά σχεδόν από την ενδυνάμωση του τομέα των «διεθνώς εμπορεύσιμων», ο οποίος, όμως, δυστυχώς, είναι χαμηλότερης «εντάσεως εργασίας» από τον παραπληρωματικό του των «διεθνώς μη εμπορεύσιμων».

Στην προ του 2008 περίοδο, η σχέση στη δημιουργία των θέσεων εργασίας μεταξύ των δύο τομέων ήταν περίπου 1 στα «διεθνώς εμπορεύσιμα» προς 6 στα «διεθνώς μη εμπορεύσιμα». Για να υπάρξει, όμως, ένας διατηρήσιμος και ευσταθής ρυθμός «υγιούς» ανάπτυξης από τούδε και στο εξής, αυτός θα πρέπει να στηριχθεί σε μία σχέση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στους δύο τομείς που θα είναι πολύ υψηλότερη, δηλαδή 1 προς 3.

Εάν όλοι αυτοί οι άνεργοι παραμείνουν στην αγορά εργασίας (και κάποιοι ανάμεσά τους δεν αποχωρήσουν απογοητευμένοι), αυτό συνεπάγεται ότι θα χρειαστεί ανάπτυξη του ΑΕΠ του ύψους του 40%, δηλαδή κάτι το οποίο θα απαιτήσει μέση ετήσια αύξηση 3,5% τουλάχιστον για μία δεκαετία.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι διπλό: Έχει η προοπτική αυτή κάποια σχέση με την ένθεν κακείθεν διασπειρόμενη φιλολογία περί «ανάπτυξης» και «επιστροφής στην ανάπτυξη»; Υφίσταται αναπτυξιακό δυναμικό στην ελληνική οικονομία ικανό να διαμορφώσει στα επόμενα έτη το απαιτούμενο μέσο ποσοστό αυξήσεως του 3,5%;

Με βάση τη σημερινή διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι αρνητική. Η κατάσταση, όμως, μπορεί να αλλάξει ριζικά αν η οικονομία απαλλαγεί από τα δεσμά της διαπλοκής και απελευθερωθεί από χρόνιες πολιτικές δουλείες.

Με άλλα λόγια, στο μέτρο που η χώρα πετυχαίνει μία σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, είναι πλέον εκ των ων ουκ άνευ και βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Διότι μόνον έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για εξωστρεφή ανάπτυξη. Και στη φάση αυτή, όπως τονίζει και ο κ. Μιχ. Μασουράκης, η λειτουργία της οικονομίας θα προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. «Θα ζούμε με ό,τι παράγουμε και θα προσπαθούμε να μεγιστοποιήσουμε την παραγωγή, και όχι με λεφτά των άλλων μεγιστοποιώντας τη δαπάνη μέσω δανεισμού από το εξωτερικό.

Η ζήτηση στην οικονομία θα προκύπτει από την ανταγωνιστική παραγωγή και απασχόληση και, ως εκ τούτου, η ανάληψη επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν θα στηρίζεται σε εύκολα κέρδη των εσωστρεφών (και προστατευόμενων στο παρελθόν) κλάδων, αλλά στη βάση της σχετικής κερδοφορίας των εξωστρεφών κλάδων υψηλής παραγωγικότητας. Η Ελλάδα θα χρηματοδοτεί τις αυξημένες επενδύσεις της στην εγχώρια οικονομία από την εγχώρια αποταμίευση του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα της και όχι με ελλείμματα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών της, που χρηματοδοτούνταν κατά κύριο λόγο από ξένες αποταμιεύσεις ανελλιπώς έως το 2009», ανέφερε το γνωστό στέλεχος της Alpha Bank ΑΛΦΑ +1,16%.

Φέρνει έτσι στο προσκήνιο το σοβαρό παραγωγικό πρόβλημα της χώρας. Ένα πρόβλημα που έγκειται στην άμεση εξάρτηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα από ανεύθυνες πολιτικές του δημοσίου, στο πλαίσιο των οποίων προείχε η μέσω δανεικού χρήματος χρηματοδότηση συντεχνιακών παραγωγικών δραστηριοτήτων παρά το ανταγωνιστικό άνοιγμα της οικονομίας στις διεθνείς αγορές. Μοιραία, λοιπόν, η χώρα υπέστη μία σοβαρότατη «διαρθρωτική κατάρρευση», από την οποία μόνον με γενναίες αποφάσεις θα ξεφύγει. Και αυτές τις τελευταίες δεν τις βλέπουμε στον ορίζοντα, υπό τη μορφή της αναλήψεως πρωτοβουλιών για συγκεκριμένα έργα.

Το μόνο που ακούμε είναι λόγια και πάλι λόγια – με τα οποία στην πράξη κανένα στομάχι δεν γέμισε.

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος